Περίληψη
Η διατριβή επικεντρώνεται γεωγραφικά στις βυζαντινές επαρχίες Palaestina Prima, Palaestina Secunda, Palaestina Tertia και Arabia και χρονολογικά στην περίοδο από τον 7ο έως τον 10ο αιώνα, γνωστή ως πρώιμη ισλαμική περίοδος. Οι περιοχές αυτές από το β΄τέταρτο του 7ου αιώνα παύουν να αποτελούν βυζαντινές κτίσεις ως επακόλουθο της κατάκτησης τους από τους Άραβες. Κατά συνέπεια οι τοπικές χριστιανικές κοινότητες, ως αλλόθρησκοι υπήκοοι του αραβικού χαλιφάτου συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται υπό νέες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Η περίοδος μετά την αραβική κατάκτηση παραδοσιακά ερμηνεύτηκε ως μία εποχή παρακμής και φτωχοποίησης των τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων. Η άποψη αυτή αν και σταδιακά αναθεωρείται, ανακύπτει ακόμα σε σύγχρονες δημοσιεύσεις. Οι έως πρότινος μεθοδολογικές προσεγγίσεις της έρευνας καθώς και το γεγονός ότι συμπεράσματα και χρονολογήσεις ανασκαφών του 20ου αιώνα υιοθετούνται συχνά άκριτα σε νεότερες μελέτες, έχουν συμβάλει στη δόμηση μίας εσφαλμένης ει ...
Η διατριβή επικεντρώνεται γεωγραφικά στις βυζαντινές επαρχίες Palaestina Prima, Palaestina Secunda, Palaestina Tertia και Arabia και χρονολογικά στην περίοδο από τον 7ο έως τον 10ο αιώνα, γνωστή ως πρώιμη ισλαμική περίοδος. Οι περιοχές αυτές από το β΄τέταρτο του 7ου αιώνα παύουν να αποτελούν βυζαντινές κτίσεις ως επακόλουθο της κατάκτησης τους από τους Άραβες. Κατά συνέπεια οι τοπικές χριστιανικές κοινότητες, ως αλλόθρησκοι υπήκοοι του αραβικού χαλιφάτου συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται υπό νέες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Η περίοδος μετά την αραβική κατάκτηση παραδοσιακά ερμηνεύτηκε ως μία εποχή παρακμής και φτωχοποίησης των τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων. Η άποψη αυτή αν και σταδιακά αναθεωρείται, ανακύπτει ακόμα σε σύγχρονες δημοσιεύσεις. Οι έως πρότινος μεθοδολογικές προσεγγίσεις της έρευνας καθώς και το γεγονός ότι συμπεράσματα και χρονολογήσεις ανασκαφών του 20ου αιώνα υιοθετούνται συχνά άκριτα σε νεότερες μελέτες, έχουν συμβάλει στη δόμηση μίας εσφαλμένης εικόνας για την εξέλιξη των τοπικών χριστιανών και του υλικού πολιτισμού τους. Οι πληθυσμοί αυτοί εξετάστηκαν στην παρούσα διατριβή μέσω των λατρευτικών κτηρίων τους. Το υλικό της μελέτης αποτέλεσαν χριστιανικά λατρευτικά κτήρια τα οποία θεμελιώθηκαν από τον 7ο αιώνα και εξής καθώς και θρησκευτικά συγκροτήματα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, τα οποία διατήρησαν τον λατρευτικό χαρακτήρα τους μετά την αραβική κατάκτηση. Ως προς την μορφή των χριστιανικών ναών της περιόδου, παρατηρήθηκε στις νέες θεμελιώσεις η προτίμηση σε κατασκευές μικρού μεγέθους καθώς και η επανάληψη τύπων και πρακτικών γνωστών ήδη από την πρώιμη βυζαντινή περίοδο με λίγες καινοτομίες. Παράλληλα όμως σε θρησκευτικά κτήρια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου τεκμηριώνεται η απομάκρυνση από τα πρότυπα της βυζαντινής περιόδου ως προς την μορφή και την χρήση τους, η οποία εκφράζεται στην αναπροσαρμογή χώρων για μη λατρευτική χρήση, στην στάση οικονομίας έναντι δαπανηρών εργασιών συντήρησης και στην σταδιακή απώλεια της μνημειακότητας. Ως προς το τέλος χρήσης των χριστιανικών ναών οι οποίοι μελετήθηκαν, διαπιστώθηκε σε πολλές περιπτώσεις η απουσία επαρκούς αρχαιολογικής τεκμηρίωσης τόσο των χρονολογήσεων που κατά καιρούς έχουν προταθεί από τους μελετητές όσο και των επιχειρημάτων στα οποία έχει στηριχθεί η εγκατάλειψη τους κατά την διάρκεια της πρώιμης ισλαμικής περιόδου. Με βάση μια νέα ανάγνωση των αρχαιολογικών δεδομένων προτείνεται εδώ η αποσύνδεση των φαινομένων που παρατηρήσαμε από την αραβική κατάκτηση και η ένταξη τους στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών που συντελέστηκαν στην υπό συζήτηση περίοδο όχι μόνο στις κατακτηθείσες περιοχές αλλά στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 7ο και 8ο αιώνα. Εξετάζοντας την εξέλιξη της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής της περιόδου υπό το πρίσμα της ‘θεωρίας της ανθεκτικότητας’ διαπιστώθηκε ότι σε αυτήν αντικατοπτρίζεται η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία των τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της πρώιμης ισλαμικής περιόδου. Οι στρατηγικές αυτές αποτέλεσαν τους μηχανισμούς ανάκαμψης των τοπικών χριστιανών, οι οποίες σε συνδυασμό με την αναδιαμόρφωση της χριστιανικής ταυτότητας λόγω της συνύπαρξης τους με μουσουλμανικό πληθυσμό καθώς και της σταδιακής αφομοίωσης τους από το αραβικό χαλιφάτο, εξασφάλισαν τη σταθερή συνέχεια τους σε όλη την πρώιμη ισλαμική περίοδο. Η συνέχεια αυτή τεκμηριώνεται αδιαμφισβήτητα στη θρησκευτική αρχιτεκτονική τους.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This study focuses geographically on the Byzantine provinces of Palaestina Prima, Palaestina Secunda, Palaestina Tertia, and Arabia, and chronologically on the 7th to 10th centuries, commonly referred to as the early Islamic period. These regions were conquered by Arab forces during the 730s–740s, marking their detachment from the Byzantine Empire. Despite this political shift, the local Christian communities, now non-Muslim subjects of the Arab Caliphate, remained active within the region, albeit under transformed sociopolitical and economic conditions. Traditionally, the post-conquest era has been viewed as a time of decline and impoverishment for local Christian populations. Although this interpretation has been increasingly challenged in recent scholarship, it often persists in modern literature. Methodological shortcomings, coupled with the uncritical acceptance of earlier excavation conclusions and dating, have contributed to a misleading narrative about the development of these ...
This study focuses geographically on the Byzantine provinces of Palaestina Prima, Palaestina Secunda, Palaestina Tertia, and Arabia, and chronologically on the 7th to 10th centuries, commonly referred to as the early Islamic period. These regions were conquered by Arab forces during the 730s–740s, marking their detachment from the Byzantine Empire. Despite this political shift, the local Christian communities, now non-Muslim subjects of the Arab Caliphate, remained active within the region, albeit under transformed sociopolitical and economic conditions. Traditionally, the post-conquest era has been viewed as a time of decline and impoverishment for local Christian populations. Although this interpretation has been increasingly challenged in recent scholarship, it often persists in modern literature. Methodological shortcomings, coupled with the uncritical acceptance of earlier excavation conclusions and dating, have contributed to a misleading narrative about the development of these communities and their material culture. This study examines this population through the lens of their religious buildings. The research focuses on Christian religious structures established from the 7th century onwards, as well as early Byzantine religious complexes that retained their liturgical functions after the Arab conquest. The architectural analysis reveals a continuity in typologies and practices from the early Byzantine period, with a few innovations. However, a shift is observed in earlier Byzantine religious buildings, characterized by their adaptation partly for non-religious purposes, a frugal approach to renovations, and a gradual decline in monumentality. Additionally, the study identifies a lack of definitive archaeological evidence supporting the proposed chronologies and abandonment theories presented by earlier excavators. By re-evaluating the archaeological evidence, this study dissociates these observed phenomena from the Arab conquest, situating them instead within the broader framework of long-term socioeconomic changes affecting the eastern Mediterranean during the 7th and 8th centuries. When analyzed through the prism of resilience theory, the evolution of Christian religious architecture reflects the adaptability of local Christian communities to the shifting conditions of the early Islamic period. These strategies functioned as mechanisms of recovery, enabling the local Christian populations to sustain their presence. This resilience, coupled with a redefinition of Christian identity shaped by coexistence with Muslim communities and gradual cultural integration within the Arab Caliphate, ensured their continued existence. The enduring presence of Christian communities is undoubtedly evidenced by their religious architecture.
περισσότερα