Περίληψη
Η παρούσα διατριβή αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της ανάγκης για βιώσιμη διαχείριση των παράκτιων λιμνοθαλασσών, εστιάζοντας στις λιμνοθάλασσες του Δέλτα του Νέστου στην Ελλάδα, όπου το σημαντικό αυτό σύστημα, συνυπάρχει με τις ανθρωπογενείς πιέσεις. Η διατριβή διαρθρώνεται σε έξι κεφάλαια, ξεκινώντας με μια επισκόπηση των χαρακτηριστικών των παράκτιων λιμνοθαλασσών, της σημασίας και των προκλήσεων διαχείρισης του οικοσυστήματος. Η μελέτη προσδιορίζει τις πιέσεις στην περιοχή του Δέλτα Νέστου, ποσοτικοποιεί τις οικοσυστημικές υπηρεσίες (ES) που παρέχουν οι λιμνοθάλασσες, εφαρμόζει το μοντέλο DPSER (Drivers-Pressures-State-Ecosystem Services-Responses) και χαρτογραφεί ιστορικές αλλαγές χρήσεων γης/εδάφους (LULC). Επιπλέον, ποσοτικοποιεί την αντίληψη των ενδιαφερομένων για τις πρακτικές διαχείρισης χρησιμοποιώντας διαισθητικά ασαφή σύνολα (IFS) και επιλέγει τα πιο αποτελεσματικά μέτρα για τη βιώσιμη διαχείριση. Το προτεινόμενο πλαίσιο βασίζεται στην οικοϋδρολογία και στις αρχές της συμμετο ...
Η παρούσα διατριβή αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της ανάγκης για βιώσιμη διαχείριση των παράκτιων λιμνοθαλασσών, εστιάζοντας στις λιμνοθάλασσες του Δέλτα του Νέστου στην Ελλάδα, όπου το σημαντικό αυτό σύστημα, συνυπάρχει με τις ανθρωπογενείς πιέσεις. Η διατριβή διαρθρώνεται σε έξι κεφάλαια, ξεκινώντας με μια επισκόπηση των χαρακτηριστικών των παράκτιων λιμνοθαλασσών, της σημασίας και των προκλήσεων διαχείρισης του οικοσυστήματος. Η μελέτη προσδιορίζει τις πιέσεις στην περιοχή του Δέλτα Νέστου, ποσοτικοποιεί τις οικοσυστημικές υπηρεσίες (ES) που παρέχουν οι λιμνοθάλασσες, εφαρμόζει το μοντέλο DPSER (Drivers-Pressures-State-Ecosystem Services-Responses) και χαρτογραφεί ιστορικές αλλαγές χρήσεων γης/εδάφους (LULC). Επιπλέον, ποσοτικοποιεί την αντίληψη των ενδιαφερομένων για τις πρακτικές διαχείρισης χρησιμοποιώντας διαισθητικά ασαφή σύνολα (IFS) και επιλέγει τα πιο αποτελεσματικά μέτρα για τη βιώσιμη διαχείριση. Το προτεινόμενο πλαίσιο βασίζεται στην οικοϋδρολογία και στις αρχές της συμμετοχικής διαχείρισης, εξασφαλίζοντας την ενεργό συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων. Οι παράκτιες λιμνοθάλασσες είναι μοναδικά οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής και οικονομικής σημασίας. Λόγω της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας και υδρολογίας τους, αποτελούν εστίες βιοποικιλότητας και ταυτόχρονα υποστηρίζουν ανθρωπογενείς δραστηριότητες, όπως η αλιεία και ο τουρισμός. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση που πραγματοποιήθηκε στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσας διατριβής, αποκαλύπτει ότι οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες, μαζί με την κλιματική αλλαγή, αυξάνουν την τρωτότητα των παράκτιων λιμνοθαλασσών και επομένως υπάρχει επιτακτική ανάγκη για τη βιώσιμη διαχείρισή τους. Παρόλο που έχουν αναπτυχθεί διάφορα πλαίσια και πρωτοβουλίες περιβαλλοντικής προστασίας, ιδίως στην ΕΕ, για τη βελτίωση της οικολογικής κατάστασης αυτών των συστημάτων, υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν για την επίτευξη της οικολογικής και οικονομικής βιωσιμότητάς τους.Η περιοχή μελέτης που επιλέχθηκε για την παρούσα διατριβή είναι οι λιμνοθάλασσες του Δέλτα Νέστου, Βάσσοβα, Ερατεινό, Αγίασμα και Κεραμωτή που βρίσκονται στη δυτική όχθη του Δέλτα. Η περιοχή μελέτης επιλέχθηκε, λόγω της καταγεγραμμένης υψηλής βιοποικιλότητας, της σημαντικής οικονομικής αξίας, της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος και της έλλειψης ερευνών με προσανατολισμό στα ES και LULC. Η περιοχή του Δέλτα του Νέστου έχει υποστεί σημαντικές ανθρώπινες παρεμβάσεις τα τελευταία 80 χρόνια, όπως ο εγκιβωτισμός του ποταμού, η αύξηση του πληθυσμού των οικισμών, η εντατικοποίηση της γεωργίας και η τουριστική ανάπτυξη. Ως Οικοσυστημικές Υπηρεσίες (ES) ορίζονται τα άμεσα ή έμμεσα οφέλη που αποκομίζουν οι ανθρώπινες κοινωνίες από τα οικοσυστήματα και περιλαμβάνουν υπηρεσίες παροχής, ρύθμισης και πολιτισμού. Αυτή η περιβαλλοντική έννοια έχει κερδίσει δημοτικότητα και γίνεται ολοένα και περισσότερο αποδεκτή και ενσωματώνεται στην πολιτική σε τοπική, εθνική και παγκόσμια κλίμακα, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των φυσικών συστημάτων στην υποστήριξη της ανθρώπινης ευημερίας. Η χαρτογράφηση των ES και η αξιολόγησή τους με τη χρήση κατάλληλων δεικτών είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση της τρωτότητας του συστήματος και την ανάπτυξη ενός σχεδίου διαχείρισης για την επίτευξη βιωσιμότητας. Η έννοια της αειφορίας περιγράφεται και από τον ΟΗΕ, ο οποίος έθεσε τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDG), αναπτύσσοντας κατάλληλους δείκτες για την αξιολόγησή τους. Η ενσωμάτωση των προσεγγίσεων των ES και των SDG στη διαχείριση των υδατικών συστημάτων είναι απαραίτητη για την προώθηση μιας περιβαλλοντικής προσέγγισης στα αναπτυξιακά σχέδια, καθώς και τη διασφάλιση της δίκαιης και αποτελεσματικής χρήσης των υδατικών πόρων με παράλληλη προστασία των οικοσυστημάτων. Η επιλογή και ο ποσοτικός προσδιορισμός των κατάλληλων δεικτών των ES και των SGD απαιτείται για την ανάπτυξη πολιτικών που σχετίζονται με τη διαχείριση των υδατικών συστημάτων. Έτσι, στο τρίτο κεφάλαιο της παρούσας διατριβής, αναπτύχθηκε ένας κατάλογος συσχετιζόμενων δεικτών για την περιοχή μελέτης, συμβουλευόμενοι έναν κατάλογο που προτάθηκε από την CICES (Κοινή Διεθνής Ταξινόμηση Οικοσυστημικών Υπηρεσιών) για τους δείκτες ES, ενώ για τους δείκτες οικολογικής βιωσιμότητας (ESI) χρησιμοποιήθηκε το πλαίσιο βασικών δεικτών του ΟΟΣΑ. Η παρούσα διατριβή είναι η πρώτη περιγραφή των ES, που παρέχονται από τις Λιμνοθάλασσες του Δέλτα Νέστου, καθώς και η πρώτη αναφορά τιμών δεικτών ES σε συνδυασμό με τα ESI. Η επιλογή των δεικτών έγινε με βάση: α) τις οικονομικές και κοινωνικές εκροές, β) την εφαρμογή της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Νερά (WFD), γ) την Οδηγία για τους Οικοτόπους (92/43/ΕΕ), δ) τη σχέση τους με τη διαδικασία του ευτροφισμού και ε) τη διαθεσιμότητα των δεδομένων. Για την αξιολόγηση των επιλεγμένων δεικτών πραγματοποιήθηκαν δειγματοληψίες και επιπλέον λήφθηκαν δεδομένα από τους φορείς της περιοχής. Τα αποτελέσματα του κεφαλαίου δείχνουν ότι η ενσωμάτωση και η ταυτόχρονη αξιολόγηση των δεικτών ES και οικολογικής βιωσιμότητας είναι εφικτή και βοηθά τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να παρακολουθούν τις ανάγκες του συστήματος για την επίτευξη βιωσιμότητας.Η ερευνητική κοινότητα, ιδίως στην ΕΕ, έχει καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για την παροχή εργαλείων που υποστηρίζουν την εφαρμογή μέτρων για τη βιωσιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, το μοντέλο DPSIR (Οδηγοί-Πιέσεις-Κατάσταση-Αντίκτυπος-Απόκριση) χρησιμοποιήθηκε ως αναλυτικό πλαίσιο για τον προσδιορισμό των πιέσεων και των επιπτώσεων στο πλαίσιο του WFD, καθώς θεωρείται αποτελεσματικό εργαλείο τόσο για την κοινωνία, όσο και για τους φορείς χάραξης πολιτικής όσον αφορά τη διαχείριση των υδατικών συστημάτων. Δεδομένου ότι η σημασία των ES είναι ευρέως αποδεκτή, υπάρχει μεγάλη επιστημονική ώθηση για την υιοθέτηση της προσέγγισης με βάση τα ES, στο εργαλείο DPSIR. Με βάση τη σύνδεση αυτών των διαδικασιών στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται επίσης μια ενσωμάτωση του μοντέλου DPSIR με την έννοια του ES. Σύμφωνα με την προσέγγιση DPSER που περιγράφεται στην παρούσα διατριβή, οι κύριες κινητήριες δυνάμεις που οδήγησαν σε πιέσεις ήταν κυρίως η γεωργία και η αστικοποίηση, ενώ καταγράφηκαν επίσης η κτηνοτροφία και η βιομηχανία. Οι πιέσεις που ασκούνται από τις καταγεγραμμένες κινητήριες δυνάμεις, επηρεάζουν τη χημική και οικολογική κατάσταση των λιμνοθαλασσών, παρεμποδίζοντας τη βιωσιμότητά τους. Η επιδείνωση της κατάστασης των συστημάτων επηρεάζει τα ES τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, με τα ρυθμιστικά ES να επηρεάζονται περισσότερο. Τα ευρήματα που παρουσιάζονται στο τρίτο κεφάλαιο υποδεικνύουν ότι πρέπει να εφαρμοστούν διάφορα μέτρα διαχείρισης, εφαρμόζοντας μια πολυδιάστατη προσέγγιση. Η αστικοποίηση και οι τάσεις διεκδίκησης γης για εντατικοποίηση της γεωργίας έχουν οδηγήσει σε τροποποιήσεις του τρόπου ζωής και των ανθρώπινων αναγκών, με αποτέλεσμα αλλαγές στη χρήση/κάλυψη γης (LULC), προκαλώντας αρκετές μεταβολές στο φυσικό περιβάλλον. Η χαρτογράφηση των αλλαγών LULC και των επιπτώσεών τους στις ES είναι ζωτικής σημασίας για τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων με σκοπό την επίτευξη των στόχων της διατήρησης της φύσης και της αειφορίας. Χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες και δορυφορικές εικόνες πραγματοποιήθηκε μια ιστορική αξιολόγηση των αλλαγών LULC (80 ετών), ώστε να υποστηριχθεί η βιώσιμη διαχείριση της περιοχής μελέτης. Μέσω της φωτοερμηνείας αυτών των ιστορικών εικόνων, υλοποιήθηκε η χαρτογράφηση των χρήσεων γης των λιμνοθαλασσών με τη χρήση της ταξινόμησης Corine Land Cover. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή παρείχε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τους παράγοντες και τις τάσεις αυτών των αλλαγών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μέχρι το 1960, οι τύποι ενδιαιτημάτων που σχετίζονται με το νερό επηρεάστηκαν περισσότερο, ευνοώντας τις γεωργικές (κατόπιν του εγκυβωτισμού του ποταμού Νέστου) και τις αστικές, ωστόσο ο ρυθμός ανάπτυξης των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων μειώθηκε μετά τον αναδασμό της γης. Η ένταξη της περιοχής στο δίκτυο Natura 2000 και ο χαρακτηρισμός της ως Εθνικό Πάρκο, προστάτευσαν τις παράκτιες λιμνοθάλασσες, από τις επιπτώσεις της ραγδαίας ανάπτυξης των τελευταίων 20 ετών. Επιπλέον, είναι σημαντικό ότι αυτή η νομοθεσία προστασίας του συστήματος συνέβαλε στην αύξηση της οικονομικής αξίας των πολιτιστικών ES, ενώ δεν επηρέασε σημαντικά τις υπηρεσίες παροχής. Ένας από τους στόχους του τέταρτου κεφαλαίου, ήταν η οικονομική αποτίμηση του συστήματος και των παρεχόμενων ES και η νομισματική εκτίμηση των επιπτώσεων των προσδιορισμένων LULC στην αξία των συστημάτων. Αυτό έγινε με τη χρήση ευρέως αποδεκτής μεθοδολογίας που επιτρέπει τη σύγκριση μεταξύ παρόμοιων συστημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης, οι μεταβολές των LULC είχαν ως αποτέλεσμα σωρευτικές απώλειες που ξεπέρασαν τα 30 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν σαφώς ότι η νομοθετική προστασία και η ολοκληρωμένη διαχείριση των οικοτόπων προτεραιότητας είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη των υψηλότερων αξιών ES. Η αντιμετώπιση των απειλών που προκύπτουν από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες και την κλιματική αλλαγή αποτελεί την κύρια πρόκληση της διαχείρισης των παράκτιων λιμνοθαλασσών. Οι στρατηγικές διαχείρισης που επικεντρώνονται αποκλειστικά στη βελτίωση των οικολογικών στοιχείων δεν έχουν αποδώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθώς συχνά παραβλέπουν τις ανάγκες και τις προοπτικές των ενδιαφερομένων μερών που χρησιμοποιούν αυτά τα συστήματα. Η συμμετοχική προσέγγιση προωθεί τη συμμετοχή και την ευαισθητοποίηση των ενδιαφερομένων μερών, με στόχο την ανάπτυξη βιώσιμων και αποτελεσματικών στρατηγικών διαχείρισης. Σε μια προσπάθεια να συμβάλει στη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση των παράκτιων λιμνοθαλασσών, στο πέμπτο κεφάλαιο εφαρμόστηκε μια συμμετοχική προσέγγιση, η οποία αποτελεί μια ολοκληρωμένη μέθοδο για την αντιμετώπιση σύνθετων περιβαλλοντικών προκλήσεων. Η προσέγγιση αυτή προωθεί τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών και εξασφαλίζει την εκπροσώπηση των αντικρουόμενων συμφερόντων στην περιοχή μελέτης. Η πολύπλοκη φύση του οικοσυστήματος, σε συνδυασμό με τον πλουραλισμό των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών, υπογράμμισε την αναγκαιότητα εφαρμογής μιας πολυκριτηριακής μεθοδου. Επιπλέον, προκειμένου να καταγραφεί η εγγενής αβεβαιότητα στις απόψεις των ενδιαφερομένων, εφαρμόστηκε μια μέθοδος ασαφούς ανάλυση με τη χρήση διαισθητικών ασαφών συνόλων (IFS). Με τη χρήση αυτής της μεθόδου, οι απόψεις των ενδιαφερομένων ποσοτικοποιήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη πολλαπλά κριτήρια και εφαρμόστηκε μια μέθοδος βασισμένη στη διαισθητική απόσταση για την κατάταξη των εναλλακτικών λύσεων διαχείρισης. Τα ευρήματα που παρουσιάζονται σε αυτό το κεφάλαιο δείχνουν ότι όχι μόνο η επιστημονική κοινότητα, αλλά και οι ενδιαφερόμενοι φορείς των λιμνοθαλασσών του Δέλτα του Νέστου αναγνωρίζουν τη γεωργία ως μια κρίσιμη πίεση του συστήματος και ως εκ τούτου προκρίνου εναλλακτικές λύσεις διαχείρισης για τον μετριασμό αυτών των επιπτώσεων. Επιπλέον, το κεφάλαιο αυτό καταδεικνύει ότι η ενσωμάτωση της συμμετοχικής προσέγγισης σε συνδυασμό με τα IFS μπορεί να διευκολύνει την οικοδόμηση συμφωνίας μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών και τελικά να υποστηρίξει τη λήψη αποφάσεων για να επιτύχει τη βιωσιμότητα. Συνολικά, η παρούσα διατριβή συμβάλλει στην κατανόηση των ES στις ελληνικές παράκτιες λιμνοθάλασσες, καταδεικνύοντας ότι η βελτίωση των ES συσχετίζεται με βιώσιμες πρακτικές και προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για μελλοντικές προσπάθειες διατήρησης. Επιπλέον, υπογραμμίζει τη σημασία των διεπιστημονικών προσεγγίσεων (οικολογικών, κοινωνικών και οικονομικών), της εμπλοκής των ενδιαφερόμενων μερών και της λήψης αποφάσεων χωρίς αποκλεισμούς για την αντιμετώπιση των πολύπλοκων προκλήσεων στη διαχείριση των μεσογειακών παράκτιων λιμνοθαλασσών. Συνοψίζοντας, η διατριβή, μέσω των μεθοδολογιών που ανέπτυξε και εφάρμοσε, (χαρτογράφηση και αξιολόγηση των ES, εντοπισμός ιστορικών LULC και νομισματική αποτίμηση των επιπτώσεών τους, εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης συμμετοχικής προσέγγισης με IFS) περιγράφει τα απαραίτητα βήματα για την ανάπτυξη μιας ολιστικής προσέγγισης και ενός ολοκληρωμένου, διεπιστημονικού σχεδίου διαχείρισης που βελτιώνει την περιβαλλοντική υγεία και την ευημερία της κοινωνίας. Οι μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση του γνωστικού κενού στην υδρολογία των λιμνοθαλασσών, την κατανόηση του ρόλου της βιοποικιλότητας στη δέσμευση του άνθρακα και την ευρεία εφαρμογή του προτεινόμενου πλαισίου για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων μέσω της συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών για τη διασφάλιση της βιώσιμης διαχείρισης αυτών των ζωτικών οικοσυστημάτων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The present thesis is targeted to address the need for sustainable management of coastal lagoons, focusing on the Nestos Delta lagoons in Greece, where environmental significance coexists with anthropogenic pressures. The thesis is structured into six chapters, beginning with an overview of coastal lagoons characteristics, importance, and ecosystem management challenges. The study identifies the pressures in the Nestos Delta area, quantifies the ecosystem services (ES) provided by the lagoons, implements the DPSER (Drivers-Pressures-State-Ecosystem Services-Responses) model, and maps historical Land Use/Land Changes (LULC). Additionally, it quantifies stakeholder perception towards management practices using intuitionistic fuzzy sets (IFS), and selects the most effective measures for sustainable management. The framework proposed is based on ecohydrology and participatory management principles, ensuring the active involvement of all relevant stakeholders. Coastal lagoons are unique eco ...
The present thesis is targeted to address the need for sustainable management of coastal lagoons, focusing on the Nestos Delta lagoons in Greece, where environmental significance coexists with anthropogenic pressures. The thesis is structured into six chapters, beginning with an overview of coastal lagoons characteristics, importance, and ecosystem management challenges. The study identifies the pressures in the Nestos Delta area, quantifies the ecosystem services (ES) provided by the lagoons, implements the DPSER (Drivers-Pressures-State-Ecosystem Services-Responses) model, and maps historical Land Use/Land Changes (LULC). Additionally, it quantifies stakeholder perception towards management practices using intuitionistic fuzzy sets (IFS), and selects the most effective measures for sustainable management. The framework proposed is based on ecohydrology and participatory management principles, ensuring the active involvement of all relevant stakeholders. Coastal lagoons are unique ecosystems of high ecological and economic importance. Due to their special geomorphology and hydrology, they are biodiversity hotspots, and at the same time support anthropogenic activities, such as fisheries and tourism. The literature review conducted in the first chapter of the present dissertation, reveals that anthropogenic activities, along with climate change increase the vulnerability of coastal lagoons and therefore there is imperative need for their sustainable management. Even though several environmental protection frameworks and initiatives have been developed, especially in EU, to improve these systems’ ecological status, there still lot to be done to achieve their ecological and economic sustainability. The study area selected for this thesis is the Nestos Delta lagoons of Vassova, Erateino, Agiasma and Keramoti located on the western bank of the Delta. The study area was selected, due to the recorded high biodiversity, the significant economic value, the environmental protection legislation, and the lack of ES and LULC oriented research. The area of Nestos Delta has been subjected to significant human interventions over the last 80 years, such as the river’s embankment, an increase in the population of settlements, the intensification of agriculture, and the tourism development. The Ecosystem Services (ES) are defined as the direct or indirect benefits that human societies derive from the ecosystems and include provisioning, regulating, and cultural services. This environmental concept has gained popularity, and is increasingly accepted and embedded in policy at local, national, and global scales, recognizing the crucial role of natural systems in supporting human well-being. Mapping ES and assessing them using proper indicators is crucial for addressing the vulnerability of the system and develop a management plan to achieve sustainability. The concept of sustainability is also described by the UN, which posed the Sustainable Development Goals (SDG), developing suitable indicators for their assessment. The integration of ES and SDG approaches in water system management is essential for advancing an environmental approach to development plans and ensuring the equitable and efficient use of water resources while protecting ecosystems. The selection and quantification of the proper indicators of ES and SDG is required to develop policies related to water systems management. Thus in the third chapter of this thesis, a list of correlated indicators has been developed for the study area, consulting a list proposed by CICES (Common International Classification of Ecosystem Services) for ES indicators, while the OECD (Organisation for Economic Cooperation and Development) Core indicators framework has been used for the Ecological Sustainability Indicators (ESI). This Dissertation is the first description of ES provided by ND lagoons, as well as the first report of values of indicators of ES coupled with ESI. The selection of the indicators was based on: a) economic and social outputs, b) the Water Framework Directive (WFD) implementation, c) the Habitat Directive (92/43/EU), d) their relation to the eutrophication process and e) the availability of data. For the assessment of the selected indicators samplings took place and furthermore data were provided by stakeholders. The results of the chapter indicate that the integration and simultaneous assessment of ES and Ecological Sustainability Indicators is feasible and assists policy makers to track the needs of the system to achieve sustainability. The research community, especially in the EU, has made great efforts to provide tools to support the implementation of policy instruments for sustainability. In this context, the DPSIR (Drivers–Pressures–State–Impact–Response) model has been used as an analytical framework for the identification of pressures and impacts in the context of the WFD, as it is considered an effective tool for both society and policy makers in terms of water systems management. Since the importance of ES is widely accepted, there is much scientific drive to embrace the ES based approach, into the DPSIR tool. Based on the linking of these processes in chapter three is also presented an integration of the DPSIR model with the ES concept. According to the DPSER approach described in the present dissertation, the major driving forces leading to pressures were mainly the agriculture and the urbanization, while the livestock and the industry were also recorded. The pressures exerted by the recorded drivers, are affecting the chemical and ecological status of the lagoons, hindering their sustainability. The deterioration of the systems’ status affects ES both directly and indirectly with the regulating ES being the most impacted. The findings presented in chapter three indicate that several management measures need to be implemented, applying an multi-disciplined approach. The urbanization and land claim trends for intensifying agriculture have to modifications in the lifestyle and human needs, resulting in land use/land cover (LULC) changes, causing several natural environment alterations. Mapping LULC changes and its impacts on ES is crucial for decision making processes in meeting the goals of nature conservation and sustainability. To support sustainable management of the study site, a historical (80-year) assessment was conducted, using aerial photos and satellite images. Through photo-interpretation of these historical images, the mapping of the lagoon’s land uses was conducted utilizing Corine Land Cover classification. Moreover, this process provided valuable insights into the drivers and trends of these changes. The result show that until 1960, water-related Biomes were affected the most, in favor of agricultural (Nestos River embankment) and urban ones, but anthropogenic activities development rate reduced after land reclamation. The inclusion of the area in the Natura 2000 network and its designation as a National Park, have protected the coastal lagoons from the effects of the rapid development of the last 20 years. In addition, it is important that this system protection legislation has helped to increase the economic value of cultural ES, while not significantly affecting the provisioning services. One of the objectives of the fourth chapter, was the economic valuation of the system and the ES provided and the monetary assessment of the effects of the identified LULC on the systems’ value. This was performed, using widely accepted methodology that allows the comparison between similar systems in a global range. During the study period, the LULC changes have resulted in a cumulative loss exceeding USD 30 million. The results strongly indicate that legislative protection and integrated management of priority habitats is vital to achieve the highest ES values. Facing the threats that arise from anthropogenic activities and climate change is the main challenge of management in coastal lagoons. Management strategies focusing solely on ecological elements’ improvement have not yielded the desired outcomes, as they often neglect the needs and perspectives of stakeholders utilizing these systems. The participatory approach promotes stakeholder engagement and awareness, aiming to develop sustainable and effective management strategies. In an effort to contribute to the preservation and sustainable use of coastal lagoons, in the fifth chapter a participatory approach has been applied, which is a comprehensive method to addressing complex environmental challenges. This approach promotes the stakeholders’ involvement and ensures the representation of the conflicting interests in the study area. The complex nature of the ecosystem, along with the plurality of stakeholders’ opinion underscored the necessity for employing a multi-criteria methodology. Furthermore in order to capture the inherent uncertainty in stakeholder opinions, a fuzzy analysis using intuitionistic fuzzy sets (IFS) has been implemented. By using this method, stakeholder perspectives were quantified considering multiple criteria and an intuitionistic distance-based method was applied to rank management alternatives. The findings presented in this chapter indicate that not only the scientific community, but also the stakeholders of Nestos Delta lagoons identify agriculture as a critical pressure of the system and thus they favor management alternatives to mitigate these effects. Additionally, this chapter illustrates that the integration of the participatory approach combined with IFS can facilitate building agreement among different stakeholders and ultimately support decision-making and achieve sustainability. Overall, this dissertation contributes to the understanding of ES in Greek coastal lagoons, illustrating that improved ES correlate with sustainable practices and offer valuable insights for future conservation efforts. Additionally, it emphasizes the importance of interdisciplinary approaches (ecological, social and economic), stakeholder engagement, and inclusive decision-making in managing Mediterranean coastal lagoons to address the complex challenges. Summarizing, the thesis, through the methodologies it has developed and applied, (mapping and assessing ES, identifying historical LULC and monetary valuating of their effects, application of an integrated participatory approach with IFS) describes the necessary steps for developing a holistic approach and a comprehensive, multi-disciplined management plan that improves environmental health and society's welfare. Future research directions include addressing of the knowledge gap in lagoon hydrology, understanding of biodiversity in carbon sequestration, and widely apply the proposed framework for informed decision-making through stakeholder engagement to ensure sustainable management of these vital ecosystems.
περισσότερα